Τις λεπτομέρειες που αφορούν το καθεστώς παράλληλης ασφάλισης που ισχύει στην Ελλάδα και τον υπολογισμό του χρόνου που απαιτείται για τη συνταξιοδότηση, περιγράφει αναλυτικά, έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας (ΙΝΕ) της ΓΣΕΕ.

Παράλληλη ασφάλιση

Θέλοντας να δώσει μια ευρύτερη ερμηνεία της παράλληλης ασφάλισης, το Ινστιτούτο υπογραμμίζει ότι νοείται ο χρόνος κατά τον οποίο υπάρχει ταυτόχρονα ασφάλιση σε δύο (2) ή και περισσότερους φορείς κύριας ασφάλισης. Σε αντίθεση με τη διαδοχική ασφάλιση (όπου έχουμε ασφάλιση σε έναν φορέα κύριας ασφάλισης, διακοπή και ασφάλιση σε νέο φορέα), ο χρόνος της παράλληλης ασφάλισης επιτρέπεται να συνυπολογιστεί μόνο μία φορά στον υπολογισμό του συνολικού χρόνου ασφάλισης. Συνεπώς για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος θα υπολογιστεί ο χρόνος σε έναν μόνο φορέα.

Ο ασφαλισμένος έχει δικαίωμα να επιλέξει τον οργανισμό του οποίου θα προσμετρήσει τον χρόνο ασφάλισης. Οι ειδικοί του Ινστιτούτου τονίζουν όμως ότι ο χρόνος παράλληλης ασφάλισης θα ληφθεί υπόψη για την προσαύξηση της σύνταξης. Επιπλέον, μπορεί να χρησιμοποιηθεί προκειμένου να λάβει ο ασφαλισμένος δεύτερη σύνταξη με τις αυξημένες χρονικές προϋποθέσεις που ισχύουν για τους διπλοσυνταξιούχους στους διάφορους φορείς κύριας ασφάλισης. Διευκρινίζεται ότι οι ασφαλιστικές εισφορές που έχουν καταβληθεί για τον χρόνο παράλληλης ασφάλισης είναι υποχρεωτικές και δεν προβλέπεται επιστροφή τους λόγω μη εκπλήρωσης της προσδοκίας συνταξιοδότησης.

Η διάκριση που γίνεται σχετικά με την παράλληλη ασφάλιση εντοπίζεται σε σχέση με τους «παλαιούς ασφαλισμένους» (μέχρι 31/12/1992) και τους «νέους ασφαλισμένους» (από 01/01/1993).

Παλαιοί ασφαλισμένοι

Οι «παλαιοί» ασφαλισμένοι, όταν ασκούν δραστηριότητες οι οποίες υπάγονται σε δύο ασφαλιστικούς φορείς, είναι υποχρεωμένοι να ασφαλιστούν και στους δύο φορείς για τον κλάδο σύνταξης, ενώ επιλέγουν τον ασφαλιστικό φορέα στον οποίο θα υπαχθούν για τον κλάδο υγείας.

Για παράδειγμα, μισθωτός ασφαλισμένος στο ΙΚΑ, ο οποίος συμμετέχει ως ομόρρυθμος εταίρος σε ΟΕ, υποχρεούται να ασφαλιστεί για τον κλάδο κύριας σύνταξης σε ΙΚΑ και ΟΑΕΕ, ενώ μπορεί να επιλέξει σε ποιον από τους δύο φορείς θα υπαχθεί για τον κλάδο υγείας. Ο παραπάνω κανόνας ισχύει και στην περίπτωση των επαγγελματιών ασφαλισμένων στο ΕΤΑΑ, οι οποίοι ασκούν δραστηριότητα υπαγόμενη στον ΟΑΕΕ, μη συναφή με το επάγγελμά τους.

Παλαιότερα, οι επαγγελματίες υπέρ των οποίων είχαν συσταθεί και λειτουργούσαν ίδιοι ασφαλιστικοί οργανισμοί κύριας ασφάλισης, όπως: Υγειονομικών, Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων, Δικηγόρων, Ναυτικών Πρακτόρων, Ιδιοκτητών Συντακτών και Υπαλλήλων Τύπου κ.ά., εξαιρούνταν από την ασφάλιση στον ΟΑΕΕ. Στη συνέχεια, με τις διατάξεις του άρθρου 18 του Ν. 3863/2010, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 60 του Ν. 3996/2011, όσοι ασφαλίστηκαν σε οποιονδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης ή στο Δημόσιο πριν από την 1/1/1993 και ήταν την 1/8/2010 ασφαλισμένοι στον κλάδο κύριας ασφάλισης του ΕΤΑΑ, υπάγονται υποχρεωτικά στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ, εφόσον ασκούν δραστηριότητα που υπάγεται στην ασφάλιση του Οργανισμού και δεν είναι συναφής με την επαγγελματική ιδιότητα για την οποία ασφαλίζονται στο ΕΤΑΑ.

Ειδικά για την παράλληλη ασφάλιση των δημοσίων υπαλλήλων, ορίζεται ότι από 15/7/2010 και εφεξής (ημερομηνία έναρξης ισχύος του άρθρου 18 του Ν. 3863/2010) τόσο οι δημόσιοι όσο και οι δημοτικοί και κοινοτικοί υπάλληλοι οι οποίοι είναι «παλαιοί» ασφαλισμένοι, εφόσον κατά το ίδιο χρονικό διάστημα όπου λογίζεται συντάξιμη η υπηρεσία τους, σύμφωνα με τη νομοθεσία του Δημοσίου, παρέχουν και άλλη εργασία υπακτέα στο ΙΚΑ σε διαφορετικό εργοδότη, υπάγονται υποχρεωτικά για τη δεύτερη αυτή εργασία τους στην ασφάλιση μόνο του κλάδου κύριας σύνταξης του ΙΚΑ.

Νέοι ασφαλισμένοι

Υποχρεωτική ασφάλιση επιτρέπεται σε έναν φορέα κύριας ασφάλισης ή στο Δημόσιο, έναν φορέα επικουρικής ασφάλισης, έναν φορέα ασφάλισης ασθένειας και έναν φορέα ασφάλισης πρόνοιας. Τα πρόσωπα για τα οποία προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις υποχρεωτική ασφάλιση σε περισσότερους του ενός ασφαλιστικούς φορείς ασφαλίζονται υποχρεωτικά σε έναν φορέα, τον οποίο επιλέγουν με δήλωσή τους, που υποβάλλεται κάθε φορά σε όλους τους αρμόδιους φορείς και στους οικείους εργοδότες, εντός έξι μηνών από την ανάληψη της δεύτερης απασχόλησης -μισθωτής ή αυτοαπασχόλησης- ή την απόκτηση της ιδιότητας. Σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης εντός της παραπάνω προθεσμίας, η υποχρεωτική ασφάλιση χωρεί στον φορέα στον οποίο υπάγεται η κατά το πρώτον αναληφθείσα μισθωτή απασχόληση ή αυτοαπασχόληση ή η ιδιότητα.

Όλα τα παραπάνω πρόσωπα ασφαλίζονται υποχρεωτικά στους φορείς ασθένειας, επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας που αντιστοιχούν στον συνταξιοδοτικό φορέα κύριας ασφάλισης επιλογής τους. Εφόσον επιθυμούν, τα πρόσωπα αυτά δύνανται να ασφαλιστούν προαιρετικά και σε περισσότερους του ενός φορείς, αν αυτό προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία, ύστερα από σχετική αίτηση που υποβάλλεται στον αρμόδιο φορέα εντός της παραπάνω εξάμηνης προθεσμίας.

Στην περίπτωση αυτή, υποχρεούνται στην καταβολή του συνόλου των ασφαλιστικών εισφορών ασφαλισμένου, εργοδότη και Κράτους των προβλεπόμενων από τις ισχύουσες διατάξεις για τον οικείο φορέα. Επισημαίνεται ότι ο παραπάνω κανόνας ισχύει και για τους νέους ασφαλισμένους δημοσίους υπαλλήλους οι οποίοι, παράλληλα με την εργασία τους ως δημόσιοι υπάλληλοι, παρέχουν και άλλη εργασία προς άλλον εργοδότη υπακτέα στην ασφάλιση του ΙΚΑ.

Οι ασφαλισμένοι αυτοί δεν θα εξαιρούνται πλέον για την απασχόλησή τους αυτή από την ασφάλιση του ΙΚΑ, αλλά θα έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν φορέα ασφάλισης κατά τα παραπάνω αναφερόμενα. Οι διατάξεις περί επιλογής του φορέα ασφάλισης δεν εφαρμόζονται στους ασφαλισμένους του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, οι οποίοι αμείβονται με εργόσημο. Από το δικαίωμα επιλογής ασφαλιστικού φορέα εξαιρούνται οι ασφαλισμένοι στο ΟΓΑ (άρθρο 43 του Ν. 2084/1992). Η εξαίρεση του ΟΑΕΕ Σε περίπτωση που προκύπτει υποχρεωτική ασφάλιση στο ΙΚΑ και στον ΟΑΕΕ, ο ασφαλισμένος υπάγεται υποχρεωτικά στον ΟΑΕΕ, για το σύνολο του χρόνου της παράλληλης απασχόλησης, χωρίς δικαίωμα επιλογής ασφαλιστικού οργανισμού. Προϋπόθεση είναι ο χρόνος ασφάλισης στο ΙΚΑ να υπολείπεται των 25 ημερών ασφάλισης ανά μήνα.

Έτσι, οι νέοι ασφαλισμένοι, για τους οποίους προκύπτει υποχρεωτική ασφάλιση στο ΙΚΑ και στον ΟΑΕΕ, έχουν το δικαίωμα επιλογής ασφαλιστικού φορέα, εφόσον συμπληρώνουν 25 ημέρες ασφάλισης ανά μήνα στο ΙΚΑ για όλο το χρονικό διάστημα της παράλληλης απασχόλησής τους. Εάν κατά τη διάρκεια της παράλληλης απασχόλησης ο χρόνος ασφάλισής τους στο ΙΚΑ υπολείπεται των 25 ημερών ασφάλισης ανά μήνα, τα πρόσωπα αυτά υπάγονται υποχρεωτικά στην ασφάλιση και του ΟΑΕΕ για το σύνολο του χρόνου της παράλληλης απασχόλησης. Για παράδειγμα, μισθωτός που είναι ασφαλισμένος για 25 ημερομίσθια και παράλληλα συμμετέχει ως εταίρος σε ΟΕ ή ΕΠΕ απαλλάσσεται από την ασφάλιση στον ΟΑΕΕ.

Η απαλλαγή αυτή διακόπτεται όταν οι ασφαλίσιμες ημέρες μειωθούν κάτω των 25 ημερών. Τα πρόσωπα που εξαιρέθηκαν από την υποχρεωτική ασφάλιση του ΙΚΑ ή του ΟΑΕΕ με τις διατάξεις του άρθρου 39 του Ν. 2084/1992 θα επανεξεταστούν μετά τη λήξη της χορηγηθείσας εξαίρεσής τους.

dikaiologitika.gr

http://www.psaxnodouleia.gr/wp-content/uploads/2015/04/ypourgeio-ergasias_3.jpghttp://www.psaxnodouleia.gr/wp-content/uploads/2015/04/ypourgeio-ergasias_3-300x300.jpgpsaxnodouleiaΕργασιακάΑσφάλιση
Τις λεπτομέρειες που αφορούν το καθεστώς παράλληλης ασφάλισης που ισχύει στην Ελλάδα και τον υπολογισμό του χρόνου που απαιτείται για τη συνταξιοδότηση, περιγράφει αναλυτικά, έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας (ΙΝΕ) της ΓΣΕΕ. Θέλοντας να δώσει μια ευρύτερη ερμηνεία της παράλληλης ασφάλισης, το Ινστιτούτο υπογραμμίζει ότι νοείται ο χρόνος κατά τον οποίο...

Σχολιάστε